Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

ΠΑΡΑΜΥΘΙ-ΜΥΘΙ-ΜΥΘΙ





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα, φόρα κατηφόρα, πάτος καζάνι, καζάν ντιπί, απόπατος, τούνελ ξεχασμένο από τη Δ.Ε.Η. Μια χώρα του παραμυθιού, ως προς την ομορφιά της και του παραμυθιάσματος ως προς την κοινωνία της.

Είχε έναν καταγάλανο ουρανό κι έναν λαμπερό ήλιο να τη φωτίζει. Τον ήλιο, τα παλιά τα χρόνια, πιάσανε τα πρωτοπαλίκαρα ενός τρελαμένου βεζίρη και τον βάψανε πράσινο. Ποτέ κανείς δεν κατάλαβε γιατί, αλλά, ευτυχώς, ξεθώριασαν οι μπογιές, με τα χρόνια.

Στα βάθη της γης, είχε θησαυρούς αμέτρητους, που οι βεζίρηδες τους κράταγαν κρυφούς από τον λαό, ο οποίος τα πολύ παλιά χρόνια καλλιεργούσε την επιφάνεια της γης και ζούσε καλά με τ’ αγαθά του, αλλά μετά, κάτι έπαθε, που το ονόμασαν αστυφιλία και παράτησε τα χωράφια και τα ζωντανά και συνωστίσθηκε σε τσιμεντένια κουτάκια.

Ήταν, στ’ αλήθεια, μια πανέμορφη χώρα, με δάση καταπράσινα, λίμνες, ποτάμια, θάλασσες, αμμουδερές παραλίες  και νησιά, βουνά, πεδιάδες, κοιλάδες, φαράγγια.

Τα δάση της, κάθε καλοκαίρι τα έκαιγαν απρόσεκτες γιαγιάδες και παππούδες, ή αφηρημένοι καπνιστές και μετά, πάνω στην καμένη γη έκτιζαν πολυτελή σπίτια και ξενοδοχειακά συγκροτήματα διαπλεκόμενοι επενδυτές.

Τα ποτάμια της τα μπάζωναν οικοδομικοί οργανισμοί, τα έκαναν οικόπεδα και μετά πολυκατοικίες και μοσχοπούλαγαν σπίτια και μαγαζιά. Έτσι, όταν έβρεχε, πλημμύριζαν τα πάντα και οι παραμυθοκάτοικοι θρηνούσαν νεκρούς και χαμένες περιουσίες. Ήξεραν καλά ότι είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, αλλά συνέχιζαν να χτίζουν διαμερίσματα και μεζονέτες πάνω στο νερό και στο φαλακρό βουνό, ανέμελοι.

Στις αμμουδερές παραλίες έχτιζαν τεράστια ξενοδοχειακά συγκροτήματα, με πισίνες του γλυκού νερού κι ό,τι περίσσευε από άμμο, το γέμιζαν με ενοικιαζόμενες ξαπλώστρες και ομπρέλες.

Με λίγα λόγια, μια μανία να χτίζουν κάθε σπιθαμή γης και να μπαζώνουν ό,τι μπαζωνόταν, την είχαν κι έτσι όλο πούλαγαν κι αγόραζαν ακίνητα, πολλά από τα οποία μετατρεπόντουσαν σε κινητά λόγω κατολισθήσεων και βροχοπτώσεων.

Βασιλιάδες και πριγκιπόπουλα δεν είχε η χώρα-κατηφόρα, διότι στην αρχή αυτού του παραμυθιού είχαν βάλει βασιλιά και τα λοιπά, αλλά ήταν συκιέ, σαν τις απομιμήσεις Louis Vuitton made in China και τον απέβαλε το παραμύθι. Όμως, είχε κακούς βεζίρηδες, τρελούς αξιωματικούς, πολλούς Scrooge και Shylock και ακόμα περισσότερους κακούς μάγους. Οι κακοί μάγοι εξαφάνιζαν τους θησαυρούς από τα σεντούκια του παλατιού και άρπαζαν τα κομποδέματα των κολίγων, ακόμα και των ευγενών που δεν ήταν στο κόλπο. Σε συνεργασία με τους υπόλοιπους κακούς του παραμυθιού, λήστευαν ό,τι εύρισκαν μπροστά τους. Ας μη μιλήσω για τις οργανωμένες λεηλασίες, που τους άνοιγαν όλο και περισσότερο την όρεξη, ώσπου ξεσάλωσαν εντελώς και ξεσπίτωναν τους ηλιθίως ανυποψίαστους κατοίκους, άρπαζαν τα παιδιά και τα έστελναν γενίτσαρους σε ξένα βασίλεια.

Επίσης, στην παραμυθοχώρα-κατηφόρα κυκλοφορούσαν πολλοί δράκοι, γηγενείς και τρισκατάρατοι, καθώς και δράκοι ξενόφερτοι, τους οποίους έστελναν αμπαλαρισμένους σε συσκευασία δώρου, τάχαμου, διάφορες γειτονικές χώρες που λιγουρευόντουσαν τα πλούτη της παραμυθοχώρας-κατηφόρας και τα είχαν κάνει πλακάκια με τους κακούς βεζίρηδες και τους πλαδαρούς θεληματατζήδες.

Με τόσους δράκους και τόσους κακούς μάγους και κακιασμένες, ξεμαλλιασμένες μάγισσες, οι κάτοικοι ζούσαν μέσα στο φόβο. Τρομοκρατημένοι, οι κακόμοιροι οι κατηφοροχωρήτες, είχαν ξεχάσει την πείνα και την ανέχειά τους κι έτρεμαν μήπως πάθουν εταιρικοαγορική εξωαποτοευρίτιδα. Ήταν μια ασθένεια φρικτή που κανείς δεν την κατανοούσε, αλλά ήταν χειρότερη και από την αστεγίτιδα και από τη οξεία αφραγκίτιδα, ακόμα, γεγονός που καθιστούσε τις εν λόγω δύο παθήσεις καλοδεχούμενες από τον απλοϊκό λαό.

Ο λαός, εξουθενωμένος από τα παθήματα που δεν του είχαν γίνει μαθήματα, παρέμενε ξαπλωμένος και μισοκοιμισμένος και φίλαγε στο στόμα ορδές σιχαμερών βατράχων με την ελπίδα να τους δει να μεταμορφώνονται σε πρίγκιπες.

Δεν ζούσαν όλοι καλά και είχαν ξεχάσει τα καλύτερα.

Το παραμύθι δεν τελειώνει εδώ.  Συνεχίζεται.




Π.Κ.Β. 31-12-2014

κείμενο και φωτογραφίες © Πέγκυ Βάβαλη_2014



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου