Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

ΕΛΕΟΣ - Ευστράτιος Αργέντης εκ Χίου (1767 - 1798)



Ελέω Θεού οι βασιλιάδες κυβερνούσαν στα χρόνια εκείνα τα σκοτεινά. Ελέω Θεού έλεγε κι ο λαός και πίστευαν πως ο «δικός τους θεός» τους είχε ξεχωρίσει από τους κακούς, τους βάρβαρους, τους άπιστους, τους ξεγραμμένους. Ο «δικός τους θεός», ευλογούσε κι ευνοούσε τους «καλούς» κι ήταν ο σκληρός τιμωρός των «κακών». Α, πόσα εγκλήματα διαπράξαμε για αιώνες στ’ όνομά του! Α, πόσα εγκλήματα διαπράττουμε ακόμα στ’ όνομά του. Στ’ όνομα ενός εκδικητικού θεού, τιμωρού των «διαφορετικών» και «συγχωρού» των μεταμελημένων. Αυτό που φαίνεται δεν είναι απαραίτητα το αληθές-αλαθές. Αυτό που φαίνεται συχνά σκεπάζει αυτό που Είναι. Όποιος θέλει, βλέπει σήμερα.


Στο όνομα του θεού του δικού μας, ξεκινήσαμε με σταυρούς, λάβαρα και πολλά όπλα, να εκχριστιανίσουμε τους «άπιστους», να τους πάρουμε τη γη και τ’ αγαθά, σφάζοντας, βιάζοντας, λεηλατώντας. Οι Σταυροφόροι, πέντε ευγενείς και χίλιοι αλήτες. Αυτή ήταν η αναλογία. Πιστέψαμε στην αρχή πως ο θεός μας οδηγούσε. Το ξεχάσαμε, μόλις κύλησε το πρώτο αθώο αίμα. (Δεν έχει σημασία τίνος το αίμα, το αίμα είναι αγνό, άρα αθώο. Άγιο ανθρώπινο υλικό είναι, ζωή είναι.)

Argente τ’ όνομά μας. Από την Ιταλία ξεκινήσαμε και μετά από πολλά, περνώντας από τη Ρόδο, καταλήξαμε στη Χίο. Κουρασμένοι, απογοητευμένοι, φτωχότεροι από τα υλικά και πνευματικά αγαθά της φωτεινής και φωτισμένης ρίζας μας. Μείναμε. Ενθυμηθήκαμε. Ξαναγίναμε, πρώτα Argente, κι ύστερα η αγάπη για τον τόπο κι η θύμηση, μας έκαναν Αργέντηδες, άρχοντες λαμπρούς, δίκαιους κυβερνήτες, αναγκαίους επαναστάτες. Φέραμε επανάσταση στα «καθ-ιερωμένα», γκρεμίζοντας αυταπάτες και χτίζοντας από την αρχή, όσο μπορέσαμε, με γνώμονα το «Καλό κ’ Αγαθό» και το «Μέτρον Άριστον». Πλούσιοι, ευγενείς και τιμημένοι, για πολλούς αιώνες. Όριο είχαμε τον Ουρανό και τη Γη ολόκληρη. Από γενιά σε γενιά, περνούσαν οι ευγενικές επαναστατικές αρχές των προγόνων και επαυξημένες τις δώριζαν οι προηγούμενοι στους επόμενους.

Η Ευρώπη ολόκληρη μας σεβόταν. Αυτοκράτορες και στρατηγοί μας συμβουλεύονταν. Κι επαναστάτες. Στη Βιέννη τον γνώρισα τον Αντώνη. Ρήγα τον φώναζα κι αυτός μ’ αποκαλούσε Μεγαλειότατο. Μεταξύ μας, για να γελάμε, γιατί μας άρεσε. Εκείνου τού ‘μεινε. Καλώς. Συνεργασία, συναδέλφωση, εμπιστοσύνη, ομόνοια, πίστη, θάρρος. Περισσότερο απ’ όσο μπορέσαμε να διαχειριστούμε. Είχε μεγάλη έπαρση η εποχή και μας συμπαρέσυρε. «Liberte – Egalite – Fraternite» έλεγε ο Ναπολέων Βοναπάρτης. Εμείς λέγαμε «Αδελφοσύνη – Γνώση – Ελευθερία – Δικαιοσύνη». Οραματιστήκαμε τον κόσμο δίκαιο, φωτεινό κι αδελφωμένο. Ελεύθερο. Βλέπαμε το ίδιο όραμα πριν συναντηθούν οι δρόμοι μας. Αναγνώριση η πρώτη συνάντηση. Αδελφοποιτοί γίναμε το ίδιο βράδυ. Ενώσαμε το αίμα, τη ζωή. Εγγράψαμε ανεξίτηλα τη «Συνεργασία» στην ψυχή. Κοινό το Έργο μας, κοινοί οι τρόποι, ακόμα και τα λάθη μας.

Ευλογούσαμε συχνά το Θεό για το Δρόμο που μας χάραξε. Ευλογούσαμε για την τύχη, έτσι ξέραμε, έτσι την ονομάζαμε τότε, που έκανε να συναντηθεί ο γενναίος με το σοφό επαναστάτη. Συμπληρωματικοί στον Αγώνα για ένα Ορθό Κόσμο. Ο ενθουσιασμός κι η έπαρση μας συμπαρέσυραν και συμπαρασύραμε πολλούς πιστούς κι έμπιστους. Το τέλος σκληρό, απάνθρωπο, βασανιστικό.

«Έλεος!», φώναζε ο Ρήγας από το κελί του. Έλεος ζητούσε για τους συντρόφους, όχι για το τομάρι του. Τομάρια τα σώματά μας και βρώμικα σακιά παραγεμισμένα με πόνο και με τρόμο. Φεύγαμε από τα σώματα και συναντιόμαστε στο Φως, κάθε που τελείωνε το καινούριο μαρτύριο. Δίναμε όρκο δύναμης και θέλησης, παίρναμε δύναμη κι ελπίδα και την μεταφέραμε όπως και όσο η βρώμα, το σκοτάδι κι η απομόνωση επέτρεπαν, στους υπόλοιπους. Οκτώ, μαζί με μας. Οκτώ ψυχές ευγενικές, λουσμένες στο Φως, οκτώ κορμιά γεμάτα πύον, πληγές και περιττώματα, στα σκοτεινά μπουντρούμια.

«Πάμε να φύγουμε, όλοι μαζί. Φτάνει. Έλεος!!!» Τους φώναξα. Έλεος να δώσουμε, καθώς έλεος δεν είχαν για μας οι βασανιστές. Συγχώρεση και έλεος για τους τυφλούς και κουφούς βασανιστές. «Αποτύχαμε, Μεγαλειότατε», ψιθύρισε ο Ρήγας από το κελί, λίγο πριν το τέλος. Τον άκουσε η ψυχή και του απάντησε. «Ρήγα, πεθαίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, γινόμαστε θρύλος για το λαό, Ιστορία για τους λαούς. Αυτό μπορέσαμε τώρα. Οι επόμενοι θα ολοκληρώσουν.»

Την αυγή, οι ψυχές συγχώρησαν τα χέρια που μας πόνεσαν, τα χέρια που μας τελείωσαν, απελευθερώνοντάς μας, εμάς και τους συντρόφους. «Έλεος» φωνάξαμε κι οι οχτώ, καθώς μας αποτέλειωναν τα σκληροτράχηλα χέρια των «εχθρών». Έλεος για τους δύστυχους εχθρούς. Οι οκτώ ψυχές συγχώρησαν κι ελέησαν αποχωρώντας.

Καθώς τ’ άψυχα κουφάρια έπεφταν στη θάλασσα, το αυγινό φως έγινε ουράνιο τόξο, κι ύστερα Φως. Τυφλώθηκαν οι δήμιοι, στιγμιαία, κι ύστερα το ξέχασαν.


…Ήταν 21 Ιουλίου 2005. Απόγευμα, στην Αθήνα, καθώς άκουγα τον ευγενή επαναστάτη, τον Ευστράτιο Αργέντη εκ Χίου, ετών τριάντα ενός, να μού μιλά για το τέλος της 24ης Ιουνίου 1798. Δεν είμαι σίγουρη αν τα φαντάστηκα τα λόγια του, ή αν τα ονειρεύτηκε η ακοή μου. …


Π.Κ.Β. 07/12/2010

2 σχόλια:

  1. γειά σας ήλθα!.. από το ΠΒΓ.. να δω ποιά είναι αυτή η peggy under constraction.. :):)
    εμ.. έχει πολύ ζουμί εδώ.. διάβασα το μισό πρωτο ποστ.. και θα συνεχίσω αργότερα.. :):)
    χαρηκα για την γνωρημία.. και καλησπέρα :):)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλως ορίσατε,dear Kulpa! Χαίρομαι που με διαβάζετε και λυπάμαι που είδα με τόση καθυστέρηση το σχόλιό σας! Συνεχίστε την ανάγνωση, pls! περιμένω σχόλιά σας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή