Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΠΑΤΟ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν κάτι άνθρωποι και κάνανε κάτι βλακείες, μεγαλύτερες από μπόι τους. Ήτανε κοντοί και κουτοί και φοράγανε μπλε κοστούμια, καμιά φορά και γκρι και μπεζουλί, με κάτι ηλίθιες μωβ και άλλα φανταχτερά χρώματα γραβάτες. Ήτανε και κάτι γυναίκες, που ήταν κοντοί και χαζοί άνθρωποι, επίσης και φοράγανε ταγιέρ και άλλα γυναικεία ρούχα και αξεσουάρ. Όταν πήγαιναν σε επίσημες εμφανίσεις, φοράγανε όλοι, μέσα από τα κακόγουστα ρούχα τους, αλεξίσφαιρα γιλέκα. Οπότε, οι μεν άνδρες φαινόντουσαν πλαταράδες, οι δε γυναίκες νταρντανομπουνταλούδες. Ιδιαίτερα μια από αυτές, την οποία μια μέρα είχαν τοποθετήσει πάνω σε μια εξέδρα, ακούνητη, αγέλαστη και στρύφνω και περνούσαν από μπροστά της όλα τα παιδιά, που τα λένε μαθητιώσα νεολαία και άλλα κρατούσαν κάτι μαύρα μαντηλάκια και τα κουνούσαν κάτω από τη μύτη της, άλλα απέστρεφαν τα φρεσκολουσμένα κεφαλάκια τους, να μη σκιάζονται από την αγριάδα της κι άλλα έριχναν και καμιά μούντζα, να την ξορκίσουν. Αυτή τίποτα! Τον ανεξόρκιστο είχε!

Εκείνες τις μέρες, σε κείνο το μέρος που λαμβάνει χώρα το παρόν παραμύθι με τη σέσουλα, είχανε, λέει, εθνική γιορτή και τηλεοπτικά κανάλια απ’ όλο τον κόσμο, λέει και ΜΜΕ και τέτοια διάφορα, είχανε.
Μεγάλη πλάκα! Άλλο να στο λέω κι άλλο να το βλέπεις με τα μάτια σου! Ανεβήκανε τα ανθρωπάκια, με τα κοστουμάκια-ταγιεράκια στις εξέδρες και περίμεναν παρελάσεις, ταρατατζούμ, τιμητικά αγήματα και τα τοιαύτα. Αμ δε! Οι κανονικοί άνθρωποι, ήταν τόσο, μα τόσο πάρα πολύ θυμωμένοι με τα ανθρωπάκια, τα οποία ξέχασα να σου πω ότι, με τη βοήθεια μερικών κακών μάγων και αρκετών τσαρλατανισσών μαγισσών, κυβερνούσαν ανελέητα, ανέντιμα και παρανοϊκά, την παραμυθιασμένη χώρα. Έτσι, οι αγανακτισμένοι κανονικοί άνθρωποι, τα είπαν χύμα και φωναχτά στα κοντά ανθρωπάκια των εξεδρών, οπότε έγινε το απερίγραπτο! Αγανάκτησαν τα ανθρωπάκια που οι κανονικοί άνθρωποι τόλμησαν να εκφράσουν την απέχθειά τους δημόσια! Ναι, μάλιστα! Πολύ στενοχωρήθηκαν που «κατεγράφη» η λαϊκή οργή από τις τηλεοπτικές κάμερες και έκανε τον γύρο του κόσμου σε ογδόντα δεύτερα και κάτι ψιλά.

Αν και ίδρωσαν, στιγμιαία, τα αυτιά των κοντών ανθρωπακίων, ξεϊδρωσαν πάραυτα! Τι έκαναν; Πήραν τους δρόμους και τα λαγκάδια και πήγαν στους μάγους να ζητήσουν ισχυρότερα μαντζούνια και ξόρκια. Έβαλαν και τα βουντού, τα οποία, μέχρι εκείνη τη μέρα, τα είχαν εκτός προγράμματος. Όλοι οι κακοί μάγοι του τότε γνωστού «πολιτισμένου κόσμου», το οποίον ονόμαζαν «δυτικό», διότι λειτουργούσε μετά τη δύση του ήλιου, καθώς τα μαγικά διαλύονται από το φως της μέρας, όπως και τα βαμπίρ επίσης, μαζεύτηκαν και έβαλαν όλη τη σκοτεινή δύναμή τους για να καταστρέψουν την παραμυθιασμένη χώρα. Τόση πολλή δύναμη έβαλαν στα μάγια τους, που ταρακουνήθηκε ολόκληρος ο κόσμος τους κι από δυτικός, έγινε νοκτούρνος και έπεσε μαύρο σκοτάδι παντού. Έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, γενικώς και έγινε το έλα να δεις. Τι να δεις, δηλαδή, που την τύφλα σου τη μαύρη έβλεπες.

Έτσι, η παραμυθιασμένη χώρα, έμεινε χωρίς πρωθυπουργό, άρα και χωρίς κυβέρνηση και χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι και ζήσαμε εμείς δύσκολα κι αυτοί ελικόπτερα.

Π.Κ.Β. 09/11/2011

©Πέγκυ Καρατζοπούλου-Βάβαλη_22-09-2011

2 σχόλια:

  1. Κόκκινη κλωστή δεμένη
    στην ανέμη τυλιγμένη
    δώσ' της κλώτσο να γυρίσει
    παραμύθι ν' αρχινήσει!...

    Αλλά, Πεγκούλα μου, είναι αυτό παραμύθι;;;

    μόνο εσύ θα μπορούσες να μιλήσεις "παραμυθένια" για την πραγματικότητά μας...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έτσι, Κάκια μου! Πολλούς κλώτσους και πολλούς μπάτσους θα δώσω για ν' αρχινήσει το ωραίο παραμύθι με τους καλούς άρχοντες και τους ευτυχισμένους ανθρώπους!

    ΑπάντησηΔιαγραφή