Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται μεν, κοντά στα ξερά
καίγονται και τα χλωρά, δε, που είναι το ανάποδο του κοντά στο βασιλικό
ποτίζεται κι η γλάστρα, η οποία γλάστρα
έχει κάθε δίκιο να διαλαλεί: «Εγώ καλά παντρεύτηκα κι ας κλαίει όποιος με
πήρε», παρά το γεγονός ότι η μάνα του τον είχε προειδοποιήσει «ο Θεός να σε
φυλάει απ’ το άδικο και από κακιά γυναίκα», αλλά βρήκε ο Φίλιππος το Ναθαναήλ,
κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι και όμοιος τον όμοιο κι η κοπριά στα
λάχανα, ήρθαν και τακιμιάσανε τα αταίριαστα νιόγαμπρα.
Οι πουτάνες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές,
σταυροκοπιώτανε η Βασίλω, ξεχνώντας, όπως κάθε πεθερά, πως ήτονε και νύφη, η
οποία Βασίλω, όπου γάμος και χαρά, πρώτη και να’σου τα τσουγκρίσματα με τα
σόγια! Βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του! Αν δε
ταιριάζανε, δεν θα συμπεθεριάζανε. Όμως, συμπεθέροι και κουμπάροι, τον πρώτο
χρόνο έχουν τη χάρη. Ενώ, κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει, είχαν παραδεχτεί,
εξ’ αρχής, πως ζαβός ζαβή παντρεύτηκε,
ζαβά παιδιά θα κάνουν και επαληθεύτηκαν, οι γκαντέμηδες! Διότι είναι γνωστό
τοις πάσι πως με στραβό σαν κοιμηθείς, το πρωί θ’ αλληθωρίζεις. Σκόρπισαν σαν
του λαγού τα παιδιά, το συγγενολόι, σαν αντίκρισαν τους καρπούς αυτού του καταραμένου
γάμου. Από κακή κολοκυθιά, ούτε κολοκυθόσπορο, μουρμούραγαν στο μαιευτήριο.
Ενώ ο κόσμος το είχε τούμπανο, το ζεύγος είχε κρυφό καμάρι,
όχι για την τερατογέννηση, αλλά γιατί, είχαν καταφέρει άλλος να γαμεί κι άλλος
να πλερώνει, δηλαδή το ακριβώς αντίθετο του: άλλος σπέρνει και τρυγάει, κι
άλλος πίνει και μεθάει, καθώς ο γαμπρός ήτο και χαραμοφάης, του τύπου άλλοι
σπέρνουν και θερίζουν κι άλλοι τρών’ και μαγαρίζουν, δηλαδή, ό,τι φάμε, ό,τι
πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας. Άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις, έλεγε ο
πατέρας του.