Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Όλοι κλαίν’ τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ’ αυλάκι.



 
Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται μεν, κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά, δε, που είναι το ανάποδο του κοντά στο βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα, η οποία  γλάστρα έχει κάθε δίκιο να διαλαλεί: «Εγώ καλά παντρεύτηκα κι ας κλαίει όποιος με πήρε», παρά το γεγονός ότι η μάνα του τον είχε προειδοποιήσει «ο Θεός να σε φυλάει απ’ το άδικο και από κακιά γυναίκα», αλλά βρήκε ο Φίλιππος το Ναθαναήλ, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι και όμοιος τον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα, ήρθαν και τακιμιάσανε τα αταίριαστα νιόγαμπρα.

Οι πουτάνες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές, σταυροκοπιώτανε η Βασίλω, ξεχνώντας, όπως κάθε πεθερά, πως ήτονε και νύφη, η οποία Βασίλω, όπου γάμος και χαρά, πρώτη και να’σου τα τσουγκρίσματα με τα σόγια! Βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του! Αν δε ταιριάζανε, δεν θα συμπεθεριάζανε. Όμως, συμπεθέροι και κουμπάροι, τον πρώτο χρόνο έχουν τη χάρη. Ενώ, κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει, είχαν παραδεχτεί, εξ’ αρχής, πως  ζαβός ζαβή παντρεύτηκε, ζαβά παιδιά θα κάνουν και επαληθεύτηκαν, οι γκαντέμηδες! Διότι είναι γνωστό τοις πάσι πως με στραβό σαν κοιμηθείς, το πρωί θ’ αλληθωρίζεις. Σκόρπισαν σαν του λαγού τα παιδιά, το συγγενολόι, σαν αντίκρισαν τους καρπούς αυτού του καταραμένου γάμου. Από κακή κολοκυθιά, ούτε κολοκυθόσπορο, μουρμούραγαν στο μαιευτήριο.

Ενώ ο κόσμος το είχε τούμπανο, το ζεύγος είχε κρυφό καμάρι, όχι για την τερατογέννηση, αλλά γιατί, είχαν καταφέρει άλλος να γαμεί κι άλλος να πλερώνει, δηλαδή το ακριβώς αντίθετο του: άλλος σπέρνει και τρυγάει, κι άλλος πίνει και μεθάει, καθώς ο γαμπρός ήτο και χαραμοφάης, του τύπου άλλοι σπέρνουν και θερίζουν κι άλλοι τρών’ και μαγαρίζουν, δηλαδή, ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας. Άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις, έλεγε ο πατέρας του.
Μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις, έλεγε ο παππούς, ο οποίος, όταν το ζευγάρι πήγε να πάρει την ευχή του, τους είχε σοφά χαρακτηρίσει αντιστοίχως: «Πουτάνα με τα κλάματα και κλέφτη με τους όρκους». Τους έμειναν, ως παρατσούκλια, οι δύο πετυχημένοι χαρακτηρισμοί.

Άλλα αντ’ άλλα, της Παρασκευής το γάλα, έγινε στο μαιευτήριο μόλις εμφανίστηκαν γιατρός και παρατρεχάμενοι, με το λογαριασμό στο χέρι. «Κώλοι υπάρχουν, λεφτά δεν υπάρχουν.», είπε ο συμπέθερος και αποχώρησε καμαρωτός. Με τους υπόλοιπους συγγενείς παίχτηκε το «Εγώ το λέω στον σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του» και ως ποντικοί από το καράβι που βουλιάζει, αποχωρούσαν βιαστικοί αποποιούμενοι το μπουγιουρντί. Μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα δεν γίνεται, τερατογέννηση, όμως, γίνεται και παραγίνεται! Ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη, σκέφτηκε ο γιατρός, θεωρώντας τον εαυτό του νοικοκύρη σε ξένον αχυρώνα, καθώς το μεν μαιευτήριο ήταν κρατικό και ουχί δικό του, τα δε νεογέννητα καλικαντζαράκια ήταν του ζεύγους, τρόπον τινά. Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και την κακή του μοίρα, είπε και τους απείλησε ότι θα παρακρατήσει τα μωρά και θα τα πουλήσει στο εξωτερικό για υιοθεσία. Σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω, εκλιπαρούσε ο γαμπρός με στόμφο, μιας και από τη μια πλευρά, ξένο ψωμί ήταν που ‘τρωγε, δικό του το μαχαίρι και από την άλλη, από πίτα που δεν έτρωγε, τι τον ένοιαζε κι αν καιγόταν!  Διότι, τέτοια που ήταν η νύφη, κανείς δεν έβαζε το χέρι του στη φωτιά για την πατρότητα. Μαντζουράνα στο κατώφλι, γάιδαρος στα κεραμίδια, να σε δάγκωνα στο σβέρκο, βάσανα πού’χει η αγάπη. Η αγάπη σου είναι ψεύτικη σαν τ’ Απριλιού το χιόνι, πρωί-πρωί απλώνεται, το μεσημέρι λειώνει, της έλεγε και κείνη, η άκαρδη, του απάνταγε «Κατά που μου ψάλλεις, σου κανοναρχώ».

Πήγε να τον φέρει στο φιλότιμο, το γιατρό, ο γαμπρός, έφτασε μέχρι τον κλινικάρχη, αλλά, στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα. Όσο ανακάτευε τα σκατά, αυτά βρωμάγανε και ο λογαριασμός, όλο και φούσκωνε. Ο κλινικάρχης του είπε ένα κοφτό: «Αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς, μην περιμένεις να σε ξύσει κανένας άλλος», ενώ η προϊσταμένη του ορόφου, που ήτο και θρήσκα, μονολογούσε: «Χωρίς κουπιά και άρμενα, Αϊ-Νικόλα βόηθα». Η στρυφνή διευθύνουσα κούνησε το δάχτυλο απειλητικά, δηλώνοντας «ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται», για να συμπληρώσει ο αρχιλογιστής, ειρωνικά, πως της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες.

Ο γαμπρός, σε φάση βαστάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος μου, τόνιζε πως  «Λεφτά Υπάρχουν!», αλλά δεν έβαζε το χέρι στην τσέπη να τα μετρήσει στο ταμείο, διότι όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει και καράβι που αργεί, σκατά είναι φορτωμένο, πράγματα ήδη γνωστά στο ιατρικό και διοικητικό προσωπικό, όπως επίσης και στο συγγενολόι, για να μην πω και σ’ όλη τη γειτονιά, η οποία είχε βγει στους δρόμους αναστατωμένη, διότι κατά τη διάρκεια της τερατογέννησης και των διαπραγματεύσεων, μακρινοί συγγενείς του ζεύγους και παρατρεχάμενοί του είχαν παραβιάσει τα σπίτια του κόσμου και τα πλιατσικολογούσαν. Δώδεκα Απόστολοι, ο καθένας με τον πόνο του… 



Τι να κάνει ο γαμπρός; Κάλεσε οικογενειακό συμβούλιο, έλεγε, έλεγε, αλλά κανείς δεν έβαζε χέρι βοηθείας. Εγώ μιλάω, γαϊδούρια κλάνουνε, σκέφτηκε, καθώς τους έθεσε την ερώτηση που σκοτώνει: Όλοι με χρυσά βελούδα, ποιος τα βόσκει τα γαϊδούρια; «Σώπα συ να κρίνω γω, σήκω συ να κάτσω γω.», του απάντησαν μ’ ένα στόμα, με μια φωνή, διεκδικώντας την αρχηγία της οικογένειας, σίγουροι πως  όποιος διατάζει κι όποιος κλάνει ποτέ του δεν κουράζεται και αγνοώντας πως κι αλευρωμένος να ‘ναι ο ποντικός, η γάτα τον γνωρίζει.

Η μάνα του γαμπρού, είδε κι απόειδε  με τον κανακάρη της. Δίκιο είχε η γειτόνισσα που της έλεγε «Μικρόν κώλο δεν έδειρες, μέγαν μη φοβερίζεις». Άβρακος βρακί δεν είχε, το ‘βαλε και χέστηκε! Αυτό έπαθε ο γαμπρός. Στο μεταξύ, ο λογαριασμός του μαιευτηρίου φούσκωνε κι αυγάτιζε και οι διοικητικές υπηρεσίες έστελναν κλητήρες και εισπράκτορες για τα χρωστούμενα. Τι να κάνει η οικογένεια; Πήρε τον λογαριασμό, υπολόγισε και τα πανωτόκια των καθυστερήσεων, με το παραπάνω, μέτρησε τα σπίτια της γειτονιάς, διαίρεσε το χρωστούμενο ποσό με τον αριθμό των σπιτιών και τα θυροκόλλησε, απαιτώντας να εξοφλήσουν το χρέος οι γείτονες, οι οποίοι, ήδη αγανακτισμένοι και ξεζουμισμένοι από το πλιάτσικο, είχαν πάρει τους δρόμους. Άλλοι πήραν και τα μάτια τους κι έριξαν μαύρη πέτρα. Άλλοι πήραν τα γιαούρτια τους και τ’ αυγουλάκια τους και τα εκσφενδόνιζαν στα μέλη της οικογένειας και στο προσωπικό του μαιευτηρίου κι άλλοι πήραν πινέλα και μπογιές κι έγραφαν συνθήματα σε πανό διαδηλώνοντας την οργή τους.

Φωνή λαού οργή Θεού, έλεγε στο ζεύγος η πεθερά κι εκείνοι της απαντούσαν «Μην απελπίζεις άνθρωπο με τη δική σου γνώση, γιατί δεν ξέρεις ο Θεός τι έχει να του δώσει.» Εμακρύναν οι ποδιές τους, σκεπαστήκαν οι πομπές τους, νόμιζαν. Αμ δε! Έχει ο καιρός γυρίσματα να πληρωθούν τα πείσματα κι όποιο χορτάρι γελάς, στην πόρτα σου φυτρώνει. Με λίγα λόγια, όποιος σκάβει το λάκκο τ’ αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα. Ψέλλισαν ένα «συγγνώμη», αλλά η μητέρα τους έβαλε στη θέση τους, επί τόπου: «Στο χωριό μου το συγγνώμη το λένε μισοχέσι.» Οπότε, το ζεύγος κάλεσε όλα τα μέλη της οικογένειας, καθώς και το διοικητικό προσωπικό του μαιευτηρίου, μαζί με τους υπευθύνους του λογιστηρίου σε κοινή δράση, μιας και όποιο πρόβατο φεύγει απ’ το μαντρί το τρώει ο λύκος, οπότε κράτα με να σε κρατώ ν’ ανεβούμε το βουνό, εμείς οι βλάχοι, όπως λάχει. Λύσε δέσε το γουρούνι, μακρυσκοίνησε την κλώσα, πέρασε η μέρα κι ώσπου να κουνήσουν το ένα πόδι, βρώμαγε τ’ άλλο. Βρήκες καιρό, αρμένιζε, καιρό μην περιμένεις γιατί ο καιρός τα πράγματα δεν ξέρεις πως τα φέρνει, λέει ο σοφός λαός, αλλά ποιος τον ακούει το λαό;

Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια. Από παραπούλια και ζαρζαβατικά, άλλο τίποτα, μόλις έκαναν να ξεμυτίσουν στη γειτονιά! Στάθηκε αδύνατο να τους πείσει, ο γαμπρός, όσο αδύνατο στάθηκε και το να τα βρούνε μεταξύ τους, διότι άλλη η δουλειά του ναύτη, κι άλλη του καντηλανάφτη. Του, δε, γεωργού η δουλειά στ’ αλώνι φαίνεται και ως γνωστόν, το αμπέλι, θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη και το καράβι, στο γιαλό, θέλει καραβοκύρη κι ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται. Ουδεμία σχέσις με τους εν λόγω. Όσο για τον γαμπρό, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του. Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα! Τι γράμματα τους έγραψε, εις άπταιστον ελληνικήν, τι λόγους τους έβγαλε εις σπαστήν ελληνικήν! Τζίφος!  Ο λόγος σου με χόρτασε και τα ψωμί σου φά’ το! Όποιον λόγο πεις, τέτοιον και θ’ ακούσεις, γιατί το ψέμα έχει κοντά ποδάρια. Θρέψε λύκο το χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι!

Μιλάγανε και δυνατά, οι αθεόφοβοι και τους πήρε είδηση κόσμος, να μαθαίνουν την τέχνη στου κασιδιάρη το κεφάλι και να του ζητάνε να πληρώσει τα σπασμένα και να δώσει και τα ρέστα, από πάνω! Διότι ο χορτάτος τον πεινασμένο δεν τον πιστεύει κι αυτοί, οι φαταούλες, παρά τη μεταξύ τους διχόνοια, είχαν αρπάξει το μόσχο τον σιτευτό, τον είχαν βάλει στη μέση και τον ξεκοκάλιζαν. Εδώ ψωμί δεν είχε ο συνοικισμός, ραπανάκια για την όρεξη του πρότειναν κι εδώ καράβια χάνονταν, βαρκούλες αρμενίζανε. Θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός, έλεγαν οι μοιρολάτρες, παρά τη φωτιά στα μπατζάκια τους. Αλλά, αν δεν γονάτιζε η καμήλα, δεν θα την φορτώνανε. Κατά το ζώο και το φόρτωμα και κατά τα σκατά και το φτυάρι. Νισάφι, είπαν! Παίξατε με τη φωτιά, μάγκες, ξεχνώντας πως το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει και πως στο καρφί, καρφί δε μπαίνει! Εγέλασές με μια φορά, ανάθεμα σε σένα, εγέλασές με δυο φορές, ανάθεμά μου εμένα. Τι έγινε; Γλυκάθηκε η γριά στο μέλι, θα φάει και το κουβέλι; Σε ξένο χωράφι, δρεπάνι μη βάζεις, γιατί όπου βγάνεις και δεν βάνεις, γλήγορα στο πάτο φτάνεις κι όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες. Εν κατακλείδι, πρώτα μάθε να γροικάς και ύστερα να διατάζεις και να θυμάσαι, η σφίξη βγάνει το λάδι!

Ήταν στραβό το κλήμα, το ‘φαγε κι ο γάιδαρος. Το ‘φαγε;




Π.Κ.Β. 04/01/2012

©Πέγκυ Καρατζοπούλου-Βάβαλη_19-12-2011

2 σχόλια:

  1. Υποκλίνομαι Πέγκυ υποκλίνομαι. Είναι τέλειο. Εμπνευσμένο, χαρούμενο, αστείο, καυστικό, αληθεινό και κυρίως ταλαντούχο τούτο που διάβασα. Συγχαρητήρια και να έχεις μια χρονιά καλύτερη απ' αυτή που περιμένεις .φιλιά Ερατώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Να είσαι καλά, καλή μου Ερατώ. Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και για τις ευχές, τις οποίες πολλαπλασιάζω και ανταποδίδω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή