Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

«Όποιος δεν έχει τίποτα, τίποτα δεν χρωστάει», είπε η Μιχαλού






Εκ βαθέων προβληματισμός εν δυνάμει ψηφοφόρων, στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, εν μέσω προεκλογικού αλαλούμ, εντός παραδοσιακού καφενείου:



Α. - Αλλού με τρίβεις δέσποτα, κι` αλλού έχω τον πόνο.

Β. - Τζουμ τριαλαρί, τζουμ τριαλαρό! Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν!

Γ. - Άλαλα τα χείλη των ασεβών.

Α. - Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας.

Γ. - Πέρσι ψόφησε ο λαγός και φέτος μας εμύρισε.

Δ. - Άλλα θέλει ο ζευγολάτης κι άλλα μελετούν τα βόδια. 

Β. - Δυο πόρτες έχει η ζωή, άνοιξα μια και μπήκα.

Α. - Πάρε ό,τι θέλεις παλιατζή.

Ε. - Άλλοι σπέρνουν και θερίζουν κι άλλοι τρών' και μαγαρίζουν.

Γ. - Τι σου ‘κανα και πίνεις τσιγάρο, το τσιγάρο;

Δ. - Τι είν’ ο κάβουρας τι’ ναι το ζουμί του;

Γ. - Από πίτα που δεν τρως, τι σε μέλει κι αν καεί;

Ε. - Αφού βλέπεις το λύκο, γιατί  ψάχνεις τ' αχνάρια;

Α. - Ο κόσμος το έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι.

Β. - Άρες μάρες κουκουνάρες.

Γ. - Άλλα ντάλα τα μεγάλα της Παρασκευής το γάλα.

Δ. - Ξημερώνει και βραδιάζει, πάντα στον ίδιο τον σκοπό.

Ε. - Αλίμονο που κλαίγανε και δάκρυα δε βγάζανε.

Δ. - Αγάπα με, μ’ όλα τα λάθη πού ‘χω κάνει.

Α. - Χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, παγώνει κι η αγάπη.

Β. - Πότε με τα καρύδια σου, πότε με τον χαλβά σου, ήφερες την καλόγρια εις    τα θελήματά σου.

Γ. - Η τέχνη και η πονηριά τη νικά την αντρειά.

Ε. - Μπροστά σ’ απλώνει χαλιά και πίσω ανοίγει λάκκο.

Δ. - Μη γενείς αρνί, για θα σε φάει ο λύκος.

Α. - Έρωτά μου ανεπανάληπτε κι απίθανε!

Γ. -  Λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει.

Β. -  Φέρτε μου ένα μαντολίνο, για να δείτε πώς πονώ.

Α. -  Όποιος έχει τα γένια, έχει και τα χτένια.

Ε. -  Το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς.

Δ. -  Πάρε το δαχτυλίδι μου, που γράφει τ’ όνομά μου.

Β. -  Απ' το ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα.

Γ. -  Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια

Ε. - Όποιος μικρομάθει, δεν γερονταφήνει.

Α. - Ο αράπης, ο σκύλος, ο μπλακ, ο ταμ-ταμ-ταμ.

Β. - Το άδικο το τρως, μα δεν το χωνεύεις.

Ε. - Κατά που στρώσεις κοιμάσαι.

Β. - Αγαπάει ο Θεός τον κλέφτη, αγαπάει και το νοικοκύρη.

Γ. - Στην αγάπη μας δεν πιστέψαμε. Καταστρέψαμε ό,τι ήταν ωραίο.

Δ. - Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα.

Α. - Το βαπόρι απ' την Περσία πιάστηκε στην Κορινθία.

Β. - Όποιον έχουμε δεμένο, όπου θέλουμε τον πάμε.

Ε. - Νυχτερίδες κι αράχνες, γλυκιά μου, έχουν χτίσει φωλιά μέσα στο έρημο κι άδειο μας σπίτι.

Γ. - Σπίτι μου, σπιτάκι μου και φτωχοκαλυβάκι μου.

Δ. - Όποιος δε χρωστάει, είναι αφέντης. 

Β. - Το χρήμα είναι καλός υπηρέτης, αλλά πολύ κακός αφέντης.

Ε. - Δίχως ψωμί, κανένας νόμος δε κρατιέται.

Α.  Το πουκάμισο το θαλασσί, μια φορούσα εγώ και μια εσύ.

Γ. - Κάλλιο φτωχή νοικοκυρά, παρά πλουσίου δούλα.

Β. - Αντί να τρίζει η άμαξα, τρίζει ο αμαξηλάτης.

Δ. - Στραβός στραβό οδήγαγε κι ηύραν κι οι δυο το βράχο.

Α. - Όμοιος τον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα.

Β. - Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο, καθόσουνα στο διπλανό θρανίο.

Α. - Ο πιο καλός ο μαθητής, ήμουν εγώ στην τάξη.

Γ. - Ο κυρ-Αντώνης, πάει καιρός που ζούσε στην αυλή μας.

Ε. - Του Βοτανικού το μάγκα, το καλύτερο παιδί, στα μπουζούκια, στις ταβέρνες πια κανείς δε θα τον δει.

Δ. - Μα για ποιον να παίξεις;.. Έφυγε ο Αλέξης, όπως το ξανθό καλοκαιράκι...

Α. - Αντί για το λαγό, έβαλε την αρκούδα.

Β. - Με τα τούμπανα δεν πιάνονται οι λαγοί.

Δ. - Ο καθένας, την πορδή του, μοσχολίβανο την έχει.

Ε. - Δύο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα.

Α. - Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.

Γ. - Αντί να βογγάει το γαϊδούρι, βογγάει το σαμάρι.

Ε. - Πετάει ο γάιδαρος;

Β. - Πετάει!

Δ. - Αν κάποτε χωρίσουμε, θυμίσου: Σεπτέμβρη σου ‘χα πει πως σ’ αγαπώ.

Γ. - Τράβα αμαξά μου, να χαρείς, όσο πιο γρήγορα μπορείς!

Α. - Ένα όμορφο αμάξι, με δυο άλογα.

Ε. - Όταν ψοφήσουν τ`άλογα, τιμή έχουν τα γαϊδούρια.

Β. - Άλλος έφαγε τα σύκα κι άλλος τ’ακριβοπληρώνει.

Γ. - Άρχοντα, αν πιάσεις φίλο, γράψου σκλάβος να ξεγνοιάσεις. 

Β. - Σκλάβος σου για πάντα, μωρό μου.

Ε. - Για να σε εκδικηθώ, σου σκίζω τις φωτογραφίες κι εσύ όπως και εγώ,
κομμάτια στις γωνιές και στις πλατείες.

Δ. - Παπάκι πάει στην ποταμιά.

Α. - Πήραμε την κάτω βόλτα, όμορφή μου Παναγιώτα.

Γ. - Όπου λαλούν πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει.

Ε. - Οι πολλοί καραβοκύρηδες πνίγουν το καράβι.

Γ. - Το βουνό κοιλοπονούσε κι ένα ποντικό γεννούσε. 

Β. - Από κακή κολοκυθιά ούτε κολοκυθόσπορο.

Δ. - Τα στερνά νικούν τα πρώτα.

Α. - Έτσι για να πω πως σε κέρδισα, θα 'θελα μια φορά να σε πληγώσω.

Β. - Εσύ να μου ζητάς όσα σου στέρησα κι εγώ να μην μπορώ να σου τα δώσω.

Γ. - Ωραία που τα λες μα έλα που σε ξέρω, τα λόγια σου σαν μάγισσα τα ξόρκισα.

Δ. - Και άσε τις απειλές πως δήθεν θα υποφέρω και να σκεφτείς ότι σαν σήμερα σε γνώρισα.
Ε. - Πώς να γλυτώσει μάτια μου ο ένας απ' τον άλλο; Πώς θες να αλλάξουμε ουρανό;




Π.Κ.Β. 11/09/2015
© Πέγκυ Βάβαλη_2015






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου