Μαύρος, βαρύς ο ουρανός. Η
βροχή μουλιάζει συμβολικά μια πατρίδα όπου οι κυβερνώντες τα έχουν κάνει μούσκεμα
σ’ ένα χαλασμένο πλυντήριο κι ο λαός καλείται να τα ξεπλύνει, να τα στεγνώσει,
να τα διπλώσει προσεκτικά και να τα παραδώσει στο αφεντικό. Ο αφυδατωμένος λαός,
που ευνοείται από τη βροχή.
Τα εργασιακά, ξαφνικά,
έγιναν λάβαρο των πολύχρωμων σωτήρων. Τα ήδη καταργημένα από τα ψηφισμένα
Μνημόνια εργασιακά δικαιώματα, έγιναν το σημείο αιχμής και το άλλοθι μιας ενδεχόμενης
τρικολόρε ρήξης. Τα εργασιακά μάς προέκυψαν ξαφνικά χθες βράδυ. Σαν ουρανοκατέβατα,
αναστάτωσαν τους ιθύνοντες, οι οποίοι μας πήραν τ’ αυτιά με τις φάλτσες μεταχρονολογημένες
κορώνες τους.
Για τα φορολογικά, καμιά
αναστάτωση. Όσοι ακόμα έχουμε δουλειά, εξαναγκαζόμαστε να καταθέτουμε το εισόδημά
μας για να πληρώνουμε τα σπασμένα του κάθε τσάμπα μάγκα. Δουλεύουμε για να
πληρώνουμε χαράτσια και χρέη από δάνεια που δεν συνήψαμε. Δουλεύουμε, αγωνιώντας
για το αύριο, κάθε μέρα. Δουλεύουμε για να τροφοδοτούμε τους offshore λογαριασμούς εκείνων που μας καταληστεύουν αμετανόητα
και συσσωρευτικά. Κυριολεκτώ χρησιμοποιώντας το ρήμα «δουλεύουμε». Διότι έχουμε
πάψει να «εργαζόμαστε» εδώ και τρία χρόνια.








